Αθωώθηκαν για τη μεγάλη τραπεζική απάτη

Για τη μεγαλύτερη τραπεζική απάτη στην Κρήτη, ύψους 4,5 εκατ. ευρώ, αθωώθηκαν από το Εφετείο Κακουργημάτων με μια ανεξήγητη απόφαση επτά στελέχη της τράπεζας, μεταξύ των οποίων κύριο πρωταγωνιστικό ρόλο είχε η διευθύντρια του υποκαταστήματος των Χανίων.

Ωστόσο, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Δασούλας για διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος έσπευσε να ασκήσει αναίρεση, με αποτέλεσμα να συγκληθεί η πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου, η οποία ναι μεν συντάχθηκε απόλυτα με την Εισαγγελία, αλλά τελικά δεν άλλαξε το αθωωτικό αποτέλεσμα του Εφετείου, καθώς η αναίρεση υπέρ του νόμου δεν δίνει τη δυνατότητα αναπομπής σε νέα δίκη.

Μέσα σε 25 μήνες -συγκεκριμένα από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι και το Φεβρουάριο του 2010, οι επτά συναίνεσαν, καθένας από την πλευρά του και με τον τρόπο του, να χορηγηθούν 61 δάνεια για αγορά ή κατασκευή ακινήτων, οικοπέδων και αγροτεμαχίων, συνολικού ύψους 4,5 εκατ. ευρώ, σε αφερέγγυους δανειολήπτες, χωρίς να υπάρχουν οι απαιτούμενες ελάχιστες τυπικές εγγυήσεις.

Τα 61 αυτά δάνεια, σύμφωνα με το «Πρώτο Θέμα» ουδέποτε εξοφλήθηκαν από τους δανειολήπτες, καθώς άλλοι δήλωναν ως μόνιμη κατοικία διευθύνσεις νεκροταφείων ή άγνωστες διευθύνσεις, δίνοντας παράλληλα ακατοχύρωτους αριθμούς κινητών τηλεφώνων.

Οι περισσότεροι δανειολήπτες ήταν άνθρωποι του μεροκάματου και οικιακοί βοηθοί, εκ των οποίων 23 ήταν ομογενείς από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, οι οποίοι είχαν μειωμένη πιστοληπτική ικανότητα, καθώς «δεν είχαν εισοδήματα ικανά που να τους επιτρέπουν να αποπληρώσουν τα δάνεια».

Η διευθύντρια του υποκαταστήματος μαζί με τους υπόλοιπους 6 συνεργάτες της τράπεζας (πολιτικούς μηχανικούς-εκτιμητές ακινήτων, διαμεσολαβητές κ.λπ.), όπως αναφέρουν οι αρεοπαγίτες, «είχαν προαποφασίσει να εξαπατήσουν την Τράπεζα, ώστε να εκταμιεύονται περισσότερα δάνεια», καθώς το πιστωτικό ίδρυμα όχι μόνο πίεζε τους διευθυντές υποκαταστημάτων να χορηγούν όσο το δυνατόν περισσότερα δάνεια, αλλά τους έδινε και μπόνους όταν επιτύγχαναν τους στόχους.

Αν και γνώριζαν ότι οι υποψήφιοι δανειολήπτες ήταν «άτομα μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας, δεδομένου ότι τα δηλωθέντα εισοδήματά τους πιστοποιούνταν μόνο από τους ίδιους με απλές υπεύθυνες δηλώσεις τους ότι εργάζονται ως αγρεργάτες ή οικιακοί βοηθοί, χωρίς να προσκομίζονται βεβαίωση του εργοδότη ή άλλο έγγραφο που να αποδεικνύει την εργασιακή ιδιότητα του δανειολήπτη ή του εγγυητή».

Από την πλευρά τους, οι πολιτικοί μηχανικοί, μετά από προσυνεννόηση με τη διευθύντρια, συνέτασσαν τις εκθέσεις εκτίμησης ακινήτων, με επιπλέον ποσά έως και 550% της πραγματικής εμπορικής αξίας του υπό αγορά ακινήτου, έτσι ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η χορήγηση των δανείων.

Τελικά, όπως προέκυψε από την ποινική διαδικασία, η διευθύντρια με τη συνδρομή των 6 δεχόταν και προωθούσε τις αιτήσεις χορήγησης δανείων, στηριζόμενη σε έγγραφες υπεύθυνες δηλώσεις ως προς το ύψος των εισοδημάτων των υποψήφιων δανειοληπτών και την οικονομική επιφάνειά τους, χωρίς την προσκόμιση εργοδοτικών βεβαιώσεων αναφορικά με την απασχόλησή τους.

Μάλιστα, μεγάλο μέρος των οικονομικών στοιχείων ήταν ελλιπές, ενώ κάποιες από τις βεβαιώσεις που υπήρχαν ήταν πλαστές.

Πλέον των άλλων, τα περισσότερα έγγραφα ανάληψης των δανείων ήταν χωρίς υπογραφές των δανειοληπτών, δηλαδή ήταν σαν να μην είχαν εισπραχθεί ποτέ τα δάνεια, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν βρέθηκαν τα παραστατικά της εκταμίευσης και την ίδια στιγμή δεν είχαν εγγραφεί εμπράγματα βάρη (υποθήκες) υπέρ της τράπεζας.