Ζωοκλοπή: Το καρκίνωμα της Κρήτης και ο νοσηρός ρόλος της κομματοκρατίας

Tου Μιχάλη Ο. Μασαούτη

Το φαινόμενο της ζωοκλοπής στην Κρήτη, απαντάται από την εποχή της ενετοκρατίας. Ήταν ένας τρόπος εκδίκησης/δολιοφθοράς έναντι των Ενετών/Τούρκων δυναστών, αλλά και των πλουσίων ντόπιων συνεργατών τους. Όμως το εύρος των θυμάτων δεν περιορίζονταν εκεί. Συχνές ήταν οι ζωοκλοπές μεταξύ κτηνοτροφικών οικογενειών που οδηγούσαν πολλές φορές σε βεντέτες. Ένα φαινόμενο που συνεχίζεται δυστυχώς ως τις μέρες μας, έχοντας εξελιχθεί σε μάστιγα για την τοπική κοινωνία. Πώς όμως ένα φαινόμενο άλλων εποχών, συνεχίζεται μέχρι σήμερα; Ποιες  είναι οι ευθύνες του πελατειακού/κομματικού συστήματος; Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Η κτηνοτροφική κοινωνία στη Κρήτη, αποτελεί μια σχεδόν ξεχωριστή, στεγανή, κοινωνική-επαγγελματική τάξη, με πολλές ιδιαιτερότητες, σε σχέση με τις άλλες κοινωνικές και επαγγελματικές  τάξεις του νησιού. Πυρήνας της κτηνοτροφικής κοινωνίας είναι η Φάρα (το σόι), η οποία είναι αυστηρά ανδροκρατική. Φάρα νοείται το σύνολο ατόμων, με το ίδιο επίθετο κατά βάση. Βασική ενασχόληση, αν όχι αποκλειστική, είναι η κτηνοτροφία. Συνήθως τα μέλη της Φάρας μένουν συγκεντρωμένα κοντά (γειτονίες) και τα βοσκοτόπια τους γειτνιάζουν γεωγραφικά, οριοθετώντας έτσι τον ζωτικό τους χώρο. Συνεπώς, κάθε Φάρα προσπαθεί, είτε να διατηρήσει τα βοσκοτόπια της (κεκτημένα),είτε να επεκταθεί σε βάρος άλλων Φαρών. Η επέκταση αυτή γίνεται, κυρίως, εξαιτίας της αύξησης του κτηνοτροφικού άρρενος πληθυσμού. Η οποία αύξηση, θέτει  θέμα  βιωσιμότητας-συνοχής και διατηρήσεως, της ενδοφατριακής ισορροπίας/ειρήνης, μιας και δημιουργείται η ανάγκη για επιπλέον βοσκοτόπια (ζωτικός χώρος). Έτσι κύριο «εργαλείο» επίλυσης του ζητήματος της βιωσιμότητας, αποτελεί η ζωοκλοπή. Είτε αυτή στρέφεται, έναντι άλλων φάρων, είτε εξελίσσεται σε ενδοφατριακό «εμφύλιο». Η ενότητα είναι άλλωστε μια βασική παράμετρος για το κύρος/ισχύ της Φάρας.

Το φαινόμενο της ζωοκλοπής, επηρεάζει καταλυτικά τους διάφορους μηχανισμούς λειτουργείας/έθιμα της κτηνοτροφικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικά αυτής της κοινωνίας, αποτελούν, η ύπαρξη μιας ηλικιακής (κυρίως) ιεραρχίας, τη βούληση της οποίας τα νεαρότερα μέλη, οφείλουν να σέβονται. Αυτό συμβαίνει ακόμα και όταν αυτή αφορά, καμιά φορά, εντελώς προσωπικά θέματα (γάμος). Άλλωστε η σύναψη γάμων με μέλη, άλλης ισχυρής φάρας προσδίδει, κύρος, δύναμη αλλά είναι και μέσο αποτροπής συγκρούσεων/ζωοκλοπών (προληπτικά ή συμβιβαστικά). Επιπλέον τα μέλη ισχυρών οικογενειών μπορούν να δράσουν διαμεσολαβητικά (μεσίτες) σε διενέξεις, μεταξύ κτηνοτροφικών οικογενειών και να επιτύχουν, ένα κοινά αποδεκτό συμβιβασμό (σασμό). Και σε αυτήν την περίπτωση η ζωοκλοπή, μπορεί να  αποτελέσει πειθαναγκαστικό μέσο επίτευξης συμβιβασμού, καθώς αν τα συμβιβαζόμενα μέρη αθετήσουν τους όρους της συμφωνίας, αν δηλαδή αμφισβητήσουν την διαμεσολαβητική ικανότητα (κύρος) των μεσιτών, στην περίπτωση αυτή θα υποστούν τις ανάλογες συνέπειες (ζωοκλοπή). Επιπλέον, τα μέλη των πιο ισχυρών  Φαρών, μπορούν να «ενημερωθούν» (ρώτημα) για τους δράστες μια ζωοκλοπής (είτε όντας οι ίδιοι θύματα, είτε ως διαμεσολαβητές) και να παρέμβουν, για την επιστροφή όλων ή μέρους των κλοπιμαίων αιγοπροβάτων ή έστω για να ενημερωθούν για την οριστική τους τύχη. Αυτό αποτελεί και το πιο λεπτό εγχείρημα/πρόκληση για μια κτηνοτροφική Φάρα. Από το βαθμό επιτυχίας του, διαφαίνεται η πραγματική ισχύ της.

Η διατήρηση όλου αυτού του πολύπλοκου συστήματος, απαιτεί χρήμα. Χρήμα, ώστε να μπορεί ο κτηνοτρόφος να εκπληρώνει τις κοινωνικές του υποχρεώσεις, γάμους βαφτίσεις κατά κύριο λόγο, είτε ως καλεσμένος είτε συμμετέχοντας στο μυστήριο (κουμπάρος, σύντεκνος/νονός), αλλά και κηδείες και άλλες μικρότερες κοινωνικές υποχρεώσεις. Χρήμα, που προέρχεται, είτε από παράνομες  δραστηριότητες-ζωοκλοπή (ισχυρές Φάρες), είτε από την οικονομική αφαίμαξη των ανίσχυρων φαρών. Ακούγεται παράλογο, αλλά  η δυνατότητα, τέλεσης/απειλής ζωοκλοπής και η διατήρηση ενός, στοιχειώδους συστήματος διασυνδέσεων, αποτελεί ζωτικότατη προϋπόθεση  για την επαγγελματική επιβίωση του κτηνοτρόφου, χωρίς όμως να την εξασφαλίζει 100%. Σε αυτήν την κλειστή κοινωνία, δημιουργούνται κατηγοριοποιήσεις σε ισχυρές, μεσαίες και μη ισχυρές οικογένειες, με αποτέλεσμα οι λιγότερο ισχυρές οικογένειες να δορυφοριοποιούνται κατά κάποιο τρόπο, προς τις ισχυρότερες. Επιπλέον στο όλο αυτό σύστημα, ο  νόμος της σιωπής, παίζει καταλυτικό ρόλο. Εάν δε, απευθυνθεί κάποιος κτηνοτρόφος στις αστυνομικές αρχές, θεωρείται παρίας του συστήματος, με δυσάρεστες συνέπειες για τον ίδιο. Οι απλοί πολίτες-κάτοχοι ζώων, οι οποίοι δεν ανήκουν σε μια φάρα, άρα είναι έκτος συστήματος, αυτοί αποτελούν τα μόνιμα και «εύκολα» θύματα της ζωοκλοπής, μιας και δεν έχουν κάποια θέση στο όλο σύστημα.

Η ζωοκλοπή εν τέλει, αποτελεί μια οικονομική αιμορραγία για την τοπική κοινωνία, με χιλιάδες πρόβατα να «εξαφανίζονται» κάθε εβδομάδα. Πρόκειται δηλαδή για έναν, χωρίς υπερβολή, ακήρυχτο εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης. Οικογένειες μπορούν να βρεθούν ξαφνικά χωρίς την περιουσία τους, με δυσμενέστατες βιοποριστικές συνέπειες. Ακόμα χειρότερα, κινδυνεύουν να εμπλακούν σε ένα φαύλο κύκλο, συγκρούσεων και αντεκδικήσεων, που καταλήγουν ορισμένες φορές αιματηρές.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα. Γιατί απέτυχε η πολιτεία στην αποτελεσματική αντιμετώπιση, της μάστιγας αυτής. Η απάντηση είναι απλή αλλά εξοργιστική. Διότι αυτή ήταν και είναι η επιθυμία της νοσηρής και ληστρικής κομματοκρατίας.

Το τοπικό πελατειακό, κομματοκρατικό σύστημα μπορούσε/μπορεί έτσι, να «υποκλέπτει» τις ψήφους των κτηνοτρόφων. Αυτό το καταφέρνει απλά και μονό διατηρώντας, διαπλεκόμενες σχέσεις εξάρτησης με  μέλη ισχυρών φατρίων. Έτσι με ορισμένα «ανταλλάγματα» προς τα ισχυρά μέλη των φαρών, όπως παράνομες επιδοτήσεις, ευνοϊκές μεσολαβήσεις σε ποινικές τους υποθέσεις, πετυχαίνουν, οι  σύγχρονοι κοτζαμπάσηδες (βουλευτές) την διατήρηση και λειτουργία του καρκινώματος της ζωοκλοπής, προ ίδιον όφελος .Τα ισχυρά μέλη των φαρών «εξαργυρώνουν» την ισχύ τους έναντι των υπολοίπων μελών της δικής τους ή άλλης φάρας, με την «δέσμευση» των ψήφων τους, υπέρ συγκεκριμένων κομματικών κοτζαμπάσηδων-προστατών τους, λειτουργώντας έτσι ως νεροκουβαλητές του πελατειακού συστήματος.

Έτσι το κομματικό κατεστημένο, στηρίζει, κρυφά πλην λυσσαλέα τη διατήρηση αυτού του διαπλεκόμενου συστήματος, του οποίου η ζωοκλοπή αποτελεί βασικό συστατικό. Προσφέρει νομική «προστασία» στους  «νεροκουβαλητές» του μέσω της (συνταγματικής) υποτέλειας της δικαστικής εξουσίας στην εκτελεστική (κομματική), που έχει ως συνέπεια την ύπαρξη παραδικαστικών κυκλωμάτων.  Σαμποτάρει τις  όποιες σοβαρές προσπάθειες αντιμετωπίσεως της ζωοκλοπής με την κατάργηση της (υποστελεχωμένης) ειδικής αστυνομικής ομάδας. Προστατεύει τους (μετρημένους στα δάκτυλα) μεγαλοχασάπηδες-παραλήπτες  κλοπιμαίων αιγοπροβάτων. Κατήργησε την μόνιμη σήμανση στα ενώτια (αυτιά) των αιγοπροβάτων (κωδικός -τατουάζ), με εύκολα προαφαιρούμενα πλαστικά «σκουλαρίκια». Διευκολύνοντας έτσι την «νομιμοποίηση» της διαθέσεως κλοπιμαίων αιγοπροβάτων στα σφαγεία, καθώς είναι εύκολο πλέον να αλλάξουν τα πρόβατα κωδικό-«σκουλαρίκια»(άρα και ιδιοκτήτη) λίγο πριν τη σφαγή τους.

Αυτή η χρόνια κατάσταση έχει δημιουργήσει νέα νοσηρά πρότυπα, κυρίως για την νεολαία των κτηνοτροφικών κοινωνιών. Πλέον το πρότυπο /ιδανικό για πολλούς είναι, το πόσο ισχυρές διασυνδέσεις έχει κανείς, με  το εξουσιαστικό σύστημα, ώστε και να αποφεύγει τα εμπόδια/αυθαιρεσίες του ανάλγητου/κομματικού κράτους, αλλά κυρίως να επιτυγχάνει εύκολο και παράνομο πλουτισμό. Επιπλέον, κάποιοι «μεθυσμένοι» από αυτήν την «δύναμη»/ασυλία, που τους παρέχει η κομματική ολιγαρχία, δεν αρκούνται μόνο στον παράνομο πλουτισμό, αλλά προβαίνουν και στην άσκηση ψυχολογικής/σωματικής βίας έναντι των συμπολιτών τους, με θανατηφόρα, ορισμένες φορές αποτελέσματα. Η ατιμωρησία αυτών των φαινομένων, για τους λόγους που προαναφέραμε, παγιώνουν μια κατάσταση ασυδοσίας, τρόμου, κοινωνικής διάβρωσης και απαξίας/απάθειας απέναντι στους θεσμούς, μιας και ο πολίτης νιώθοντας  έρμαιο μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων, γυρνάει την πλάτη σε κάθε έννοια συλλογικότητας και εθίζεται στον νόμο του ισχυρότερου – στο νόμο της ζούγκλας. Το φαινόμενο της ζωοκλοπής και το νοσηρό σύστημα που χτίζεται γύρο από αυτήν σε συνδυασμό με την μη ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης από τη μεγάλη πλειοψηφία των νέων στις κτηνοτροφικές κοινωνίες, καθώς και οι σχετικά υψηλοί ρυθμοί γεννήσεων, οδηγούν σταδιακά σε περαιτέρω γκετοποίηση των κτηνοτροφικών κοινωνιών (ότι καλύτερο για τους κομματικούς κοτζαμπάσηδες), με ενδυνάμωση των εγκληματικών χαρακτηριστικών, που θα παραπέμπουν σταδιακά όλο και περισσότερο, σε τριτοκοσμικές κοινωνίες.

Ο μεγάλος υπεύθυνος για αυτήν την ντροπιαστική και αιματηρά (ορισμένες φορές) τραγική κατάσταση είναι οι δυναστικές κομματικές συντεχνίες. Εάν υπήρχε πολιτική βούληση, είναι θέμα εβδομάδων αν όχι ημερών να περιοριστεί δραστικά το φαινόμενο (σε μέγεθος τουλάχιστον 80%) και με κατάλληλες πολιτικές σε μερικά χρόνια να αποτελεί απλώς μια δυσάρεστη ανάμνηση. Όμως αυτό δεν θα γίνει ΠΟΤΕ από το υπάρχον κομματικό σύστημα (και όχι απλώς το πολιτικό προσωπικό, όπως εκ του  πονηρού λένε διάφοροι «ειδικοί»). Ο λόγος είναι ότι κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με «αυτοκτονία» του τοπικού κομματικού συστήματος. Διότι, όπως ένας δύτης, όντας ξένο σώμα στο οικοσύστημα του βυθού, δεν μπορεί  παρά να επιβιώσει  μόνο  με την χρήση αναπνευστήρα οξυγόνου, έτσι και η κομματοκρατία, όντας ασύμβατη με τις ανάγκες/στόχους/οράματα της κοινωνίας, δεν μπορεί παρά να επιβιώσει με το «οξυγόνο» της ασυδοσίας/διαφθοράς/τρομοκράτησης, σε βάρος των πολιτών. Μέσα σε αυτές τις άθλιες εξουσιαστικές μεθόδους διατηρήσεως του κομματικού/δυναστικού συστήματος  περιλαμβάνεται (σε τοπικό επίπεδο) και η διατήρηση της ζωοκλοπής.