4 Φεβρουαρίου: Παγκόσμια ημέρα κατά του καρκίνου – Πρώτη αιτία θανάτου στην Ελλάδα

Η 4η Φεβρουαρίου έχει καθιερωθεί από τη Διεθνή Ένωση κατά του Καρκίνου (UICC) ως Παγκόσμια Ημέρα Κατά του Καρκίνου και προσφέρει την ευκαιρία για μια ευρύτερη εκστρατεία ενημέρωσης του κοινού για τη μάστιγα της εποχής μας.


Έχει υπολογισθεί ότι περισσότερο από το 1/3 των καρκίνων θα μπορούσε να προληφθεί με την ενημέρωση του κοινού και τη συνακόλουθη λήψη μέτρων για την υιοθέτηση κανόνων υγιεινής διαβίωσης και διατροφής, όπως η διακοπή του καπνίσματος, η αποφυγή του αλκοόλ, η αποφυγή ανθυγιεινών τροφίμων και ποτών και κυρίως της ζάχαρης με επακόλουθο την ελάττωση της επίπτωσης της παχυσαρκίας και τέλος με την καθημερινή σωματική άσκηση.

Η τεχνολογική πρόοδος των τελευταίων δεκαετιών και η έκρηξη ερευνητικών και θεραπευτικών δυνατοτήτων που έφερε μαζί της, προσέφεραν νέες ιδέες και νέα εφόδια στη μάχη κατά του καρκίνου. Η προσφορά της γενετικής και της μοριακής βιολογίας στη μελέτη του καρκίνου υπήρξε καθοριστική για την κατανόηση του τρόπου ανάπτυξης των διαφόρων μορφών καρκίνου. Προηγμένες διαγνωστικές τεχνικές επιτρέπουν την πρώιμη εντόπισή του, ενώ βιολογικοί δείκτες επιτρέπουν να προβλέψουμε τη μελλοντική συμπεριφορά του. Νέες θεραπείες, με τη χρήση σύγχρονων χημειοθεραπευτικών φαρμάκων αλλά και της προηγμένης ακτινοθεραπείας και πρόσφατα των βιολογικών παραγόντων και της ανοσοθεραπείας, υπόσχονται πολύ καλύτερα αποτελέσματα για τους καρκινοπαθείς ασθενείς μας.

Πρόσφατα στοιχεία από τις ΗΠΑ αναδεικνύουν ότι η θνησιμότητα από καρκίνο του μαστού μειώθηκε κατά 40% τα τελευταία 30 χρόνια, από καρκίνο του προστάτη κατά 52%, από καρκίνο του παχέος εντέρου κατά 53%, ενώ η μεγαλύτερη πτώση της θνησιμότητας την τελευταία δεκαετία παρατηρείται στο μελάνωμα του δέρματος, λόγω και της εφαρμογής νέων θεραπευτικών πρωτοκόλλων ανοσοθεραπείας. Αξίζει πάντως να σημειωθεί η παρατηρούμενη αύξηση κατά 0,3% ετησίως της επίπτωσης του καρκίνου του μαστού από το 2004, η οποία οφείλεται στη μείωση του ποσοστού γονιμότητας των γυναικών αλλά και την αύξηση της παχυσαρκίας, ενώ οι ίδιοι παράγοντες συμβάλλουν στην αύξηση της επίπτωσης του καρκίνου της μήτρας (αύξηση 1,3% ετησίως για το διάστημα 2007-2016).

Όπως τονίζει ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργικής Ογκολογίας, Ιωάννης Γ. Καραϊτιανός, Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Ερρίκος Ντυνάν», η προσπάθεια έγκαιρης διάγνωσης και σε θεραπεύσιμο στάδιο των συχνότερων μορφών καρκίνου όπως είναι ο καρκίνος του μαστού, του τραχήλου της μήτρας, του παχέος εντέρου, του προστάτη, του πνεύμονα, του ήπατος και του παγκρέατος, κ.ά. έχει πολύ μεγάλη σημασία στις μέρες μας και για τούτο θα πρέπει να πραγματοποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και μέχρι την ηλικία των 75 χρόνων, εφόσον το άτομο κρίνεται ικανό, με βάση τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του, να υποβληθεί σε θεραπευτική χειρουργική επέμβαση ή χημειοθεραπεία στην περίπτωση θετικής διαγνώσεως.

Τέτοιες μέθοδοι έγκαιρης διάγνωσης περιλαμβάνουν τη μαστογραφία, την κυτταρολογική εξέταση κατά Παπανικολάου (Test PAP), την κολονοσκόπηση, την αξονική τομογραφία θώρακος και πιθανώς την εξέταση του προστατικού αντιγόνου στο αίμα (PSA), ιδιαίτερα σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Δυστυχώς στη χώρα μας διατίθεται για την έγκαιρη διάγνωση πολύ μικρό ποσοστό (0,5%) της συνολικής δαπάνης για αντιμετώπιση του καρκίνου.

Σε μια πρόσφατη ερευνητική καταγραφή της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου για την All.Can, ανεδείχθη ότι στη χώρα μας μόνο το 11% των διαγνώσεων καρκίνου έγιναν κατά τη διαδικασία προληπτικού ελέγχου (check up), ποσοστό απαράδεκτα χαμηλό για ευρωπαϊκή χώρα. Αντίθετα, το 50% των καρκίνων διαγνώστηκαν κατά τον έλεγχο για άλλο πρόβλημα υγείας του πάσχοντος και παρατηρήθηκε μια καθυστέρηση στη διάγνωση πάνω από 2 μήνες από την πρώτη επίσκεψη στον γιατρό.

Χειρουργική ογκολογία

Η Χειρουργική Ογκολογία ως ιατρική εξειδίκευση γεννήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες για να εξυπηρετήσει τη θεραπευτική αντιμετώπιση των καρκινοπαθών ασθενών σε συνδυασμό με τη χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία για την ολιστική θεραπεία της νόσου, που είναι έργο μιας πολυσύνθετης ομάδας ειδικών. Ο χειρουργός ογκολόγος, ο παθολόγος ογκολόγος, ο ακτινοδιαγνώστης, ο παθολογοανατόμος και ο ακτινοθεραπευτής οφείλουν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν, εξατομικευμένα, τη στρατηγική αντιμετώπισης της νόσου για κάθε έναν ασθενή ξεχωριστά, στο πλαίσιο του ογκολογικού συμβουλίου.

Πρόσφατα στοιχεία από μεγάλη παγκόσμιας εμβέλειας μελέτη αποδεικνύουν ότι τα ποσοστά επιτυχούς αντιμετώπισης και ίασης στις περισσότερες μορφές καρκίνου όπως πχ. του μαστού, του παχέος εντέρου και του προστάτη, είναι πολύ καλύτερα στις ανεπτυγμένες χώρες (ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη) σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες χώρες και έχουν άμεση σχέση με την έγκαιρη διάγνωση της νόσου. Στις ΗΠΑ κατά την τελευταία δεκαετία, παρά τη σημαντική αύξηση των νέων κρουσμάτων καρκίνου, η θνητότητα από τη νόσο έχει μειωθεί κατά 27%.

Η Χειρουργική Ογκολογία έχει, στις περισσότερες περιπτώσεις, θεμελιώδη σημασία στη διαδικασία της αντιμετώπισης του καρκίνου ενώ ο συνδυασμός προεγχειρητικής και μετεγχειρητικής χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας προσφέρει βέλτιστα αποτελέσματα και ίαση ή μακρά επιβίωση των ασθενών, αλλά και επιπλέον δραστικό περιορισμό των άλλοτε συχνών ακρωτηριαστικών χειρουργικών επεμβάσεων (περιορισμός των ριζικών μαστεκτομών και των κολοστομιών-παρά φύση εδρών). Αυτό συμβάλλει εξάλλου στην εξασφάλιση ικανοποιητικής ποιότητας ζωής των καρκινοπαθών ασθενών μετεγχειρητικά. Σημειώνεται ότι ο καλός χειρουργός πρέπει να γνωρίζει πώς να χειρουργήσει, πότε να χειρουργήσει και, κυρίως, πότε να μην χειρουργήσει, επισημαίνει ο κ. Καραϊτιανός.

«Στη χώρα μας δεν έχει αναγνωρισθεί ακόμα η Χειρουργική Ογκολογία ως ιατρική εξειδίκευση, όπως είναι η Παθολογική Ογκολογία και η Ακτινοθεραπεία, παρά την από 6ετίας και πλέον θετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚεΣΥ), σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η πολιτεία σύντομα θα συντρέξει στη νομοθετική ρύθμιση του κενού αυτού, που άλλωστε δεν απαιτεί δαπάνες αλλά αντίθετα θα συμβάλλει και στην επιμόρφωση και εξοικείωση των νέων χειρουργών στη σύγχρονη αντιμετώπιση των όγκων» καταλήγει ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργικής Ογκολογίας.